παραλόγιασμα

παραλόγιασμα
τό
1) сведение с ума; 2) безумие, сумасшествие, помешательство

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Смотреть что такое "παραλόγιασμα" в других словарях:

  • παραλόγιασμα — το [παραλογιάζω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού παραλογιάζω, η διατάραξη τών διανοητικών λειτουργιών ή η επικράτηση τού παρορμητικού και τού συναισθηματικού στοιχείου στη συμπεριφορά, η τρέλα …   Dictionary of Greek

  • παραλόγιασμα — το ατος, η πράξη και το αποτέλεσμα του παραλογιάζω …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»